O γέρο-Σκρουτζ φιλούσε υπέροχα...


    Μόνο που ο Βασίλης δεν ήταν καθόλου γέρος. Ήταν όμως Σκρουτζ. Κάποια πιο ρομαντική ίσως να το αποκαλέσει "ο έρωτας στα χρόνια του Capital Control". Εγώ προτιμώ να το πω με το όνομα του : Πως είναι η σχέση μ έναν τσιγκούνη...

    Όταν γνώρισα τον Βασίλη νόμιζα ότι χτύπησα Τζακ-ποτ. Πολυμηχάνημα ο τύπος. Και μελαχρινός,και κούκλος και personal trainer και γενικά τεφαρίκι με τα όλα του. Αστείος; Του σκοτωμού λέμε. Να κατουριόμαστε από τα γέλια. Οι φίλες μου πίνανε νερό στο όνομα του και με παρακαλάγανε να τους γνωρίσω κάποιον φίλο του. Σεξ; Πενήντα αποχρώσεις του γκρι και δε συμμαζεύεται... Να μην πω δε για τη μαμά μου, που την είχα πιάσει δήθεν τυχαία κάνα δυο φορές να ξεφυλλίζει περιοδικά γάμου. Τέτοιο σουξέ ο Βασίλης. 

     Πίστευα ότι είχα βρει το άλλο μισό, εκτός από ένα τόσο δα μικρό θεματάκι που διέκρινα περίπου στον πρώτο μήνα της σχέσης μας. Ήταν κάπως σφιχτούλης  με τα λεφτά και με όλα τα παρελκόμενα τους. Άρχισα να υποψιάζομαι ότι κατοικούσαν καβούρια στις τσέπες του την πρώτη φορά που πήγαμε σινεμά. Είχαμε διαλέξει ταινιάρα  για να δούμε, κ αφού πήραμε τα εισιτήρια, ξεκινήσαμε να πάμε για τα ποπ κορν. Ξαφνικά μου το πετάει "αναψυκτικά να πάρουμε από το περίπτερο και να τα κρύψουμε στην τσάντα σου. Και το ποπ κορν ρε παιδί μου,έλεος χρυσάφι το πληρώνουμε". Γκλουπ! Ένιωσα σαν τον Ντόναλντ που πήξε επίσκεψη στον θείο Σκρουτζ. Νόμιζα πως αντί για το πορτοφόλι του, θα βγάλει μέσα από την τσέπη του την τυχερή του δεκάρα. Τον διαβεβαίωσα πως δεν υπήρχε λόγος ανησυχίας και πως θα πλήρωνα εγώ εκεί. Μου είπε πως τον παρεξήγησα, δεν το είπε λόγω τσιγκουνιάς βεβαίως βεβαίως αλλά λόγω πεποιθήσεως γιατί όλες αυτές οι εταιρίες "κονομάνε στην πλάτη μας". Μωρέ λες και εγώ να ήμουνα υπερβολική και να τον πήρα από τα μούτρα τον άνθρωπο;

    Την επόμενη κιόλας στήσαμε τον πρώτο μας καβγά έξω από το μετρό στη Συγγρού. Και ο λόγος; Το ίδιο το μετρό που κλείνει από τις 12. Εμείς είχαμε πάει στον Σταυρό του Νότου για ένα ποτάκι. Εννοείται ότι ο Βασίλης δεν είχε πάρει το αυτοκίνητο του για να γλιτώσει την κίνηση και για να μην ψάχνει πάρκινγκ και χάνουμε χρόνο. Ε δε πειράζει λέω, θα πιούμε το ποτό μας σαν άνθρωποι και μετά θα πάρουμε ταξί ως το Αιγάλεω που είχαμε αφήσει το αμάξι. Αμ δε, ο Βασίλης από τις εντεκάμιση φαινότανε πολύ ανήσυχος. Κοιτούσε το κινητό του συνέχεια σαν να είχε ραντεβού τόσο πολύ που στο τέλος με άγχωσε και μένα. Άρχισε τα "ήπιαμε το ποτάκι μας, πάμε να την κάνουμε, αύριο δουλεύουμε το πρωί, να μην ξενυχτάμε" κτλ. Το έριξε μετά στα αρνητικά της έλλειψης ύπνου και στις επιπτώσεις που έχει η κραιπάλη στην ζωή μας. Το έλεγε λοιπόν για έναν πιο υγιεινό τρόπο ζωής. Ποια κραιπάλη άνθρωπε μου; Κραιπαλιάζω επειδή ήπια 25 χρονών κοπέλα ένα τζιν τόνικ στις 11 το βράδυ; Δε θα πάω να δώσω για το Χρυσό στους Ολυμπιακούς Αγώνες το επόμενο πρωί. Στο γραφείο θα πάω και θα κάθομαι στην καρέκλα μου. Αφού είδε κ απόειδε ότι όλα αυτά που μου σέρβιρε δεν έπιαναν, κατέβασε τα μούτρα του, κατέβασα και εγώ τα δικά μου και φύγαμε από το μαγαζί. Απ' έξω ακριβώς είχε πιάτσα ταξί, αλλά ο καλός μου δεν ήθελε όπως μου είπε να μπούμε μέσα στο ταξί μαλωμένοι και πρότεινε να περπατήσουμε μέχρι το μετρό  που έχει κ εκεί πιάτσα με ταξί για να το συζητήσουμε. Που αυτό δηλαδή δεν ήταν περπάτημα, αλλά γρήγορο βάδην. Σπύρος Λούης ο Βασίλης. Για πότε φτάσαμε στο μετρό, για πότε τα έλυσε όλα μόνος του ότι ήταν μια παρεξήγηση και πάει τέλειωσε ούτε και το κατάλαβα. Βρέθηκα να κατεβαίνω την κυλιόμενη σκάλα στο μετρό κουτρουβαλώντας για να προλάβουμε τον τελευταίο συρμό. Η νύχτα τέλειωσε μ'ένα γρήγορο φιλί και με πολύ τροφή για σκέψη. Δηλαδή τι;Από δω και στο εξής θα ήμουν σαν την Σταχτοπούτα; Ότι προλάβουμε ως τις 12 που κλείνει το μετρό; 

     Ακολούθησαν πολλά τέτοια ευτράπελα, με πρωταγωνιστές αυτούς τους δύο. Τον Βασίλη και την τσιγκουνιά του. Το ειδύλλιο κράτησε σχεδόν 3 μήνες. Μάλλον τόσο άντεχε η τσέπη του, μ έμενα την σπάταλη όπως συνήθιζε να λέει. Έκανε αιματηρή οικονομία στα πάντα, χωρίς προφανή λόγο καθώς ήταν αρκετά πιο ευκατάστατος, από εμένα τουλάχιστον. Είχε την σιχαμερή συνήθεια  να τα συγκρίνει όλα με τα χρήματα λέγοντας για παράδειγμα,ότι δεν θέλει να πληρώνει πάρκινγκ όταν πηγαίνει κάπου με το αμάξι γιατί τα αυτά τα πέντε ευρώ που θα δώσει εκεί πρέπει να δουλέψει μια ώρα για να τα βγάλει. Ή ότι γιατί να πιει έναν καφέ έξω και να πληρώσει  αφού στο σπίτι του είναι τσάμπα; Στα μαγαζιά τον χρεώνουν 3 ολόκληρα ευρώ από 0,30 λεπτά που τους κοστίζει στην πραγματικότητα.Κ πολλά άλλα τέτοια που δεν ήταν καθόλου χαριτωμένα. Ένα βράδυ που είχαμε πάει για φαγητό οι δυο μας το ποτήρι ξεχείλισε. Όλα καλά κ όλα ωραία, τρώμε τα μεζεδάκια μας, πίνουμε τα κρασάκια μας, ήρθε η ώρα να πληρώσουμε. Κάνω κίνηση εννοείται να πληρώσω κ εγώ αλλά εκείνος με απορρίπτει ευγενικά. Ο λογαριασμός μας ήταν 48.90 ευρώ και εκεί που νόμιζα πως θα αφήσει το 50άρικο και θα φύγουμε, εκείνος μου έκανε νόημα να ξανακαθίσω για να περιμένουμε τα ρέστα. Κάπου εκεί λέω, μάλλον δε θα άκουσε καλά ο άνθρωπος και θα νόμιζε ότι αντί για 48.90 θα του είπε 38.90. Αμ δε, μια χαρά είχε ακούσει ο Βασίλης και μάλιστα μου έδειξε και την απόδειξη που κρατούσε στο χέρι του.Αλήθεια τώρα; Μα ποια ρέστα ακριβώς χρυσέ μου; Το 1,10; Καταβρόχθισες μια σταυλίσια μπριζόλα λες και ήταν από δεινόσαυρο, είχαμε τον σερβιτόρο πάνω κάτω όλο το βράδυ να μας φέρνει ότι θέλουμε και θα κάτσουμε να περιμένουμε να μας φέρει τα αστρονομικό ποσό των 1,10; Όταν δε πήγα να βγάλω εγώ ψιλά για να αφήσω φιλοδώρημα, προσβλήθηκε ότι δεν σέβομαι την άποψη του. Μου είπε πως ο σερβιτόρος έκανε την δουλειά του και εφόσον πληρώνεται από το μαγαζί δε χρειάζεται να αφήνουμε φιλοδωρήματα, Και πως σε εκείνον δε δίνει κανείς φιλοδώρημα για τις υπηρεσίες, πέρα από τον μισθό του. Μα το να αφήσεις φιλοδώρημα στον άνθρωπο που σε περιποιείται και σε σερβίρει είναι άγραφος νόμος. Είναι σαν το μπάτσελορ πριν από τον γάμο, ή τα κλαρίνα την Κυριακή του Πάσχα. Σε ορισμένες χώρες, όπως η Αμερική θεωρείται και σχετικά υποχρεωτικό. Αμέσως μετά ακολούθησε παραλήρημα του τύπου το 1,10 που τόσο εγώ υποτιμάω είναι ένα λίτρο γάλα ή ένα τσαμπί μπανάνες.  Και κάπως έτσι μ ένα μαγικό τρόπο, ο πρίγκηπας έγινε πάλι βάτραχος και η πριγκίπισσα πήρε πάλι τα βουνά.